ἄγνω

ἄγνος
chaste-tree
fem nom/voc/acc dual
ἄγνος
chaste-tree
fem gen sg (doric aeolic)
ἄγνος
chaste-tree
masc nom/voc/acc dual (attic)
ἄγνος
chaste-tree
masc gen sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ἁγνῶ — Ἁγνώ fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) Ἁγνώ fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁγνώ — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αγνώ — Μυθολογικό πρόσωπο. Νύμφη της Αρκαδίας που, μαζί με άλλες δύο νύμφες, τη Θεισόα και τη Νέδα, έθρεψε τον Δία στην κορυφή του Λυκαίου όρους. Στο ιερό του Δία, που βρισκόταν σε αυτό το βουνό, υπήρχε μια πηγή που την έλεγαν Α., και η οποία είχε την… …   Dictionary of Greek

  • ἀγνῶ — ἀγνέω pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἀγνέω pres ind act 1st sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁγνῶ — ἁγνός pure masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁγνῷ — ἁγνός pure masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁγνώ — ἁγνός pure masc/neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγνῳ — ἄγνος chaste tree fem dat sg ἄγνος chaste tree masc dat sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁγνῶς — Ἁγνώ fem acc pl Ἁγνώ fem nom/voc pl (doric aeolic) Ἁγνώ fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁγνοῦς — Ἁγνώ fem nom/voc pl Ἁγνώ fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.